Ορισμοί
-
επίρρημα
Από υψηλότερη θέση σε χαμηλότερη· προς τα κάτω.
Παραδείγματα
- The cat jumped down from the table.
- Please sit down.
-
επίρρημα
Προς ή προς αυτό που θεωρείται το κάτω μέρος κάποιου πράγματος, ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι προς το παρόν σωματικά χαμηλότερο.
Παραδείγματα
- Go down to the bottom of the page.
- A pain shot down from his neck to his back.
-
επίρρημα
Σε χαμηλότερη ή περαιτέρω θέση ή θέση κατά μήκος καθορισμένου μονοπατιού.
Παραδείγματα
- His house is farther down the road.
- The shop is just down the street.
-
επίρρημα
Στα νότια (καθώς νότια βρίσκεται στο κάτω μέρος των τυπικών χαρτών).
Παραδείγματα
- I went down to Miami for a meeting.
- They drove down to Florida for the winter.
-
επίρρημα
Μακριά από την πόλη (ανεξάρτητα κατεύθυνσης).
Παραδείγματα
- He went down to the country for the weekend.
- She grew up down on the farm.
-
επίρρημα
Στο ή προς οποιοδήποτε μέρος που απεικονίζεται ως «κάτω» λόγω τοπικών χαρακτηριστικών ή τοπικών συμβάσεων, ή αυθαίρετα, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση ή την αλλαγή της ανύψωσης.
Παραδείγματα
- She lives down by the park.
- He works down at the docks.
-
επίρρημα
Εμπρός, ευθεία.
Παραδείγματα
- Walk down to the corner and turn right.
- Keep going down this road until you reach the bridge.
-
επίρρημα
Προς την κατεύθυνση που οδηγεί μακριά από τον κύριο τερματικό σταθμό, μακριά από το σημείο μηδέν.
Παραδείγματα
- The down train leaves from platform three.
- We took the down line out of the city.
-
επίρρημα
Μακριά από την Οξφόρδη ή το Κέμπριτζ.
Παραδείγματα
- He went back down to Newcastle for Christmas.
- She is down in Cornwall for the holidays.
-
επίρρημα
Σε θέση ή βαθμό κατώτερο ή μικρότερου κύρους.
Παραδείγματα
- The player was sent down to the minor league.
- After the mistake, Kelly was moved down a rank.
