down

/ˈdaʊ̯n/

Κατάταξη συχνότητας #117

down

Ορισμοί

  1. επίρρημα

    Από υψηλότερη θέση σε χαμηλότερη· προς τα κάτω.

    Παραδείγματα

    • The cat jumped down from the table.
    • Please sit down.
  2. επίρρημα

    Προς ή προς αυτό που θεωρείται το κάτω μέρος κάποιου πράγματος, ανεξάρτητα από το αν αυτό είναι προς το παρόν σωματικά χαμηλότερο.

    Παραδείγματα

    • Go down to the bottom of the page.
    • A pain shot down from his neck to his back.
  3. επίρρημα

    Σε χαμηλότερη ή περαιτέρω θέση ή θέση κατά μήκος καθορισμένου μονοπατιού.

    Παραδείγματα

    • His house is farther down the road.
    • The shop is just down the street.
  4. επίρρημα

    Στα νότια (καθώς νότια βρίσκεται στο κάτω μέρος των τυπικών χαρτών).

    Παραδείγματα

    • I went down to Miami for a meeting.
    • They drove down to Florida for the winter.
  5. επίρρημα

    Μακριά από την πόλη (ανεξάρτητα κατεύθυνσης).

    Παραδείγματα

    • He went down to the country for the weekend.
    • She grew up down on the farm.
  6. επίρρημα

    Στο ή προς οποιοδήποτε μέρος που απεικονίζεται ως «κάτω» λόγω τοπικών χαρακτηριστικών ή τοπικών συμβάσεων, ή αυθαίρετα, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση ή την αλλαγή της ανύψωσης.

    Παραδείγματα

    • She lives down by the park.
    • He works down at the docks.
  7. επίρρημα

    Εμπρός, ευθεία.

    Παραδείγματα

    • Walk down to the corner and turn right.
    • Keep going down this road until you reach the bridge.
  8. επίρρημα

    Προς την κατεύθυνση που οδηγεί μακριά από τον κύριο τερματικό σταθμό, μακριά από το σημείο μηδέν.

    Παραδείγματα

    • The down train leaves from platform three.
    • We took the down line out of the city.
  9. επίρρημα

    Μακριά από την Οξφόρδη ή το Κέμπριτζ.

    Παραδείγματα

    • He went back down to Newcastle for Christmas.
    • She is down in Cornwall for the holidays.
  10. επίρρημα

    Σε θέση ή βαθμό κατώτερο ή μικρότερου κύρους.

    Παραδείγματα

    • The player was sent down to the minor league.
    • After the mistake, Kelly was moved down a rank.

Παρόμοιες λέξεις