Ορισμοί
-
επίρρημα
Σε μια κατεύθυνση μακριά από τον ομιλητή ή άλλο σημείο αναφοράς.
Παραδείγματα
- He drove off in a hurry.
- The birds flew off when we came near.
-
επίρρημα
Σε κατάσταση μη λειτουργίας ή ανυπαρξίας.
Παραδείγματα
- Please switch off the light when you leave.
- The dinosaurs died off long ago.
-
επίρρημα
Έτσι ώστε να αφαιρεθεί ή να χωριστεί, ή να αφαιρεθεί ή να διαχωριστεί.
Παραδείγματα
- He bit off the end of the carrot.
- Some branches were sawn off.
-
επίρρημα
Εκτός σκηνής.
Παραδείγματα
- We heard noises off during the play.
- A voice called out from off, but no one could be seen.
-
επίρρημα
Χρησιμοποιείται με διάφορους άλλους τρόπους ειδικά σε μεμονωμένες ιδιωματικές φράσεις, π.χ. αναδείξτε, αναβάλλετε, αποκαλύψτε κ.λπ. Δείτε την καταχώρηση για την ατομική φράση.
Παραδείγματα
- He managed to pull off the whole plan.
- Stop showing off in front of the guests.
-
Επίθετο
Ανενεργός, απενεργοποιημένος.
Παραδείγματα
- All the lights are off.
- The alarm is off for the night.
-
Επίθετο
Ακυρώθηκε ή δεν έγινε.
Παραδείγματα
- The party is off because the host is sick.
- The meeting is off until further notice.
-
Επίθετο
Δεν έχει τοποθετηθεί ή δεν έχει φορεθεί.
Παραδείγματα
- Your feet will feel better once those tight boots are off.
- The drink spilled because the top was off.
-
Επίθετο
Δεν είναι σωστό, δεν διαμορφώνεται σωστά, ή δεν είναι λογική, αρμονική, κλπ.
Παραδείγματα
- This answer is off because the numbers do not add up.
- That milk smells a bit off.
-
Επίθετο
Ακατάλληλος ή δυσάρεστος.
Παραδείγματα
- I felt his comments were a bit off.
- Her joke seemed a little off in that situation.
