school

/skuːl/

Κατάταξη συχνότητας #154

school

Ορισμοί

  1. Ουσιαστικό

    Ένα ίδρυμα αφιερωμένο στη διδασκαλία και τη μάθηση, ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα.

    Παραδείγματα

    • Our children attend a public school near home.
    • Harvard is a famous American school.
  2. Ουσιαστικό

    Εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πριν από την τριτοβάθμια εκπαίδευση (κολλέγιο ή πανεπιστήμιο).

    Παραδείγματα

    • She attends the local school down the road.
    • He moved to a new school when his family moved.
  3. Ουσιαστικό

    Στο Κολλέγιο Ήτον, μια περίοδος ή συνεδρία διδασκαλίας.

    Παραδείγματα

    • They study history for two schools a week.
    • He had Latin school twice that morning.
  4. Ουσιαστικό

    Μέσα σε ένα μεγαλύτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, μια οργανωτική μονάδα, όπως ένα τμήμα ή ινστιτούτο, το οποίο είναι αφιερωμένο σε έναν συγκεκριμένο θεματικό τομέα.

    Παραδείγματα

    • I attend the School of Economics and my brother is in the School of Music.
    • She teaches in the School of Engineering.
  5. Ουσιαστικό

    Ένα κίνημα τέχνης, μια κοινότητα καλλιτεχνών.

    Παραδείγματα

    • The Barbizon school of painters moved toward Realism.
    • The Hudson River school painted the American landscape.
  6. Ουσιαστικό

    Οι ακόλουθοι ενός συγκεκριμένου δόγματος · ενός ιδιαίτερου τρόπου σκέψεως ή ειδικού δόγματος · μιας σχολής σκέψεως.

    Παραδείγματα

    • These economists belong to the same school of thought.
    • There are many schools of thought on this question.
  7. Ουσιαστικό

    Ο χρόνος κατά τον οποίο φοιτούν ή βρίσκονται σε συνεδρία σε εκπαιδευτικό ίδρυμα.

    Παραδείγματα

    • I will see you after school.
    • He fell asleep during school and got in trouble.
  8. Ουσιαστικό

    Η αίθουσα ή αίθουσα στα Αγγλικά πανεπιστήμια όπου διεξάγονται οι εξετάσεις για πτυχία και τιμές.

    Παραδείγματα

    • Students filed into the school to take their final exams.
    • The school was silent except for the sound of pens.
  9. Ουσιαστικό

    Τα κανόνια, οι εντολές, ή το σώμα της γνώμης ή της πρακτικής, που επικυρώνονται από την αρχή μιας συγκεκριμένης τάξης ή μιας συγκεκριμένης ηλικίας.

    Παραδείγματα

    • He was a gentleman of the old school.
    • His manners belonged to the old school.
  10. Ουσιαστικό

    Ένα ίδρυμα που προσφέρει εξειδικευμένες οδηγίες, όπως για την οδήγηση, μαγείρεμα, δακτυλογράφηση, κωδικοποίηση, κλπ.

    Παραδείγματα

    • She joined a coding school to change careers.
    • He passed his test after a few weeks at driving school.

Παρόμοιες λέξεις