Μεταφράσεις
- πράξη
- δράση
- υπόθεση
- μετοχή
Ορισμοί
-
Ουσιαστικό
action, act, deed
Παράδειγμα
- une bonne action
-
Ουσιαστικό
campaign
Παράδειγμα
- une action promotionnelle
-
Ουσιαστικό
stock, share
Παράδειγμα
- une action de capitalisation
-
Ουσιαστικό
a special offer