action

/ak.sjɔ̃/

Κατάταξη συχνότητας #926

Μεταφράσεις

  • πράξη
  • δράση
  • υπόθεση
  • μετοχή

Ορισμοί

  1. Ουσιαστικό

    action, act, deed

    Παράδειγμα

    • une bonne action
  2. Ουσιαστικό

    campaign

    Παράδειγμα

    • une action promotionnelle
  3. Ουσιαστικό

    stock, share

    Παράδειγμα

    • une action de capitalisation
  4. Ουσιαστικό

    a special offer

Παρόμοιες λέξεις