colonel

/kɔ.lɔ.nɛl/

Κατάταξη συχνότητας #530

Μεταφράσεις

  • συνταγματάρχης

Ορισμοί

  1. Ουσιαστικό

    a colonel, highest commissioned officer below generals

  2. Ουσιαστικό

    an ice cream dessert consisting of lemon sherbet and vodka

Παρόμοιες λέξεις