commandant

/kɔ.mɑ̃.dɑ̃/

Κατάταξη συχνότητας #574

Μεταφράσεις

  • ταγματάρχης

Ορισμοί

  1. Ουσιαστικό

    commander (function)

  2. Ουσιαστικό

    major (rank)

Παρόμοιες λέξεις