faute

/fot/

Κατάταξη συχνότητας #375

Ορισμοί

  1. Ουσιαστικό

    error, mistake

    Παραδείγματα

    • une faute d'orthographe
    • C'est la faute à pas de chance.
  2. Ουσιαστικό

    fault, blame

    Παραδείγματα

    • c'est de ma faute
    • c'est toujours la faute aux autres
  3. Ουσιαστικό

    wrong, misdemeanor

  4. Ουσιαστικό

    foul, fault (infraction of the rules)

Παρόμοιες λέξεις